Η ‘Ναι’ τον τελευταίο καιρό κοιμόταν με το ένα μόνο μάτι κλειστό.
Κρατούσε το δεύτερο ανοιχτό και παραφύλαγε τη νύχτα.
Όταν τελείωσε το χθεσινό βράδυ, ξύπνησε και καθώς τεντώθηκε, έκλεισε σφιχτά το κρατημένο τόσες ώρες ανοιχτό μάτι, μισάνοιξε το κλειστό και μέσα στη γκριζάδα του κρύου αέρα που γέμιζε το δωμάτιο, διέκρινε σε μια γωνιά του δωματίου ‘κάτι’ πολύχρωμα ευωδιαστό, απαλό και ζεστό, που έκανε σαφώς διαφορετικό το χειμωνιάτικο πρωινό.
Αποφάσισε να το πει ‘άνοιξη’ το διαφορετικό, γιατί αν και σκέφτηκε αρχικά να το πει ‘ανοιχτό’, το ουδέτερο γένος δεν του ταίριαζε με τίποτα.
Καθυστέρησε να κατέβει στη τραπεζαρία, προσπαθώντας να τυλίξει γύρω της όσο το δυνατόν περισσότερη ‘άνοιξη’. Το αποτέλεσμα ήταν τουλάχιστον γελοίο, καθώς μέσα από τη γκρίζα στολή ξεπετάγονταν κάτι πολύχρωμες ημιδιάφανες χνουδόμπαλες, που την έκαναν να μοιάζει σαν τεράστιο μαλλί της γριάς μασκαρεμένο σε καλόγρια.
Κατέβηκε για πρωινό. Τα ‘όχι’ είχαν ήδη μισοφάει όταν έκατσε στη θέση της. Το ‘όχι ‘ που καθόταν δεξιά της τιτίβιζε πως ‘όχι’, δεν μπορούσε να το φάει το αυγό μισοβρασμένο και τελειώνοντας την φράση του εκσφενδόνισε το άτυχο αυγό έξω από το ανοιχτό παράθυρο, προκαλώντας ακατάσχετα χαχανητά σε όλα τα άλλα ‘όχι’. Το κουδούνι χτύπησε μια στιγμή μετά και τα έκανε να κουτρουβαλήσουν στην σκάλα, σκορπώντας πίσω τους ουρλιαχτά γέλιου που χάραξαν λεπτές κρακέλες στα πιατάκια του κέικ.
Η ‘ναι’ πήρε το μισοφαγωμένο κέικ στο ένα χέρι και την τσάντα στο άλλο και ακολούθησε το τσούρμο προς την τάξη.
Η δασκάλα μπήκε, είπε ‘διαγώνισμα’, είπε ‘βγάλτε τα απαραίτητα από την τσάντα’, έγραψε τα θέματα στον πίνακα, είπε ‘ξεκινήστε’, είπε ‘καλημέρα’, κάθισε πίσω από την έδρα. Τα ΄όχι΄σαν ταχυδακτυλουργοί τράβηξαν μονομιάς με το ένα χέρι μέσα από τις τσάντες τους μολύβια, στυλό, γόμες, χάρακες και ατσαλάκωτες λευκές κόλες χαρτί, τα άπλωσαν στα θρανία, κοίταξαν τα θέματα, είπαν ‘καλημέρα’, κατέβασαν τα κεφάλια, ξεκίνησαν να γράφουν.
Η ‘ναι’ όσο βαθιά κι αν έχωσε το χέρι στη τσάντα δεν μπόρεσε να βρει τίποτα απ’ ότι χρειαζόταν. Πολύ συχνά τα ‘όχι΄ έπαιρναν και έκρυβαν πράγματα, το ‘χε συνηθίσει, μα σήμερα δεν έβρισκε σχεδόν τίποτα, το μολύβι, ο χάρακας, το κέφι, το χαρτί, η έμπνευση, η ξύστρα, η υπομονή, το blanco, η διαύγεια όλα έλειπαν μέσα από την τσάντα.
Κοιτώντας τον πάτο της τσάντας είδε κάτι ψιχουλάκια ψυχραιμίας, μερικά παλιά ξύσματα αποφασιστικότητας και μια μουτζουρωμένη γόμα σε σχήμα χαμόγελου που παραδόξως άστραφταν ακόμη μέσα του λευκά, χαρούμενα δόντια. Σήκωσε το βλέμμα από την τσάντα, κοίταξε έξω, κοίταξε τα αυτοσυγκεντρώμενα ‘όχι’, κοίταξε το θρανίο, τη δασκάλα, τον τοίχο, κοίταξε μέσα της, κοίταξε τη σφιχτοτυλιγμένη γύρω της ‘άνοιξη’ και ξαναχαμήλωσε το βλέμμα. Σηκώθηκε, σήκωσε και τη μισάνοιχτη τσάντα, πλησίασε την έδρα, πλησίασε τη δασκάλα και της είπε ‘γράψτε το, φεύγω από το Όμικρον 1’. Τα ‘όχι’ αναστέναξαν ‘Ωωωωω, όόόχι’ η δασκάλα είπε ‘το περίμενα αυτό από σένα’, η ‘ναι’ είπε ‘…Μμμμ, …ναι ε?’ και έφυγε.
Άρχισε να διασχίζει τον ατελείωτο διάδρομο, μετρώντας τις αμέτρητες πόρτες δεξιά αριστερά, σκορπίζοντας όλα τα ψιχουλάκια, και τα ξύσματα, και τη σκόνη από την ανοιχτή τσάντα. Συνειδητοποίησε πως έφτανε προς το τέλος, όταν σταμάτησε να βλέπει πόρτες. Στο τέλος του διαδρόμου δεξιά κι αριστερά υπήρχαν δύο τζαμαρίες από το πάτωμα ως το ταβάνι και μπροστά της μια αραχνοΰφαντη λευκή κουρτίνα με κεντημένο το Νι 1, που ανέμιζε και φούσκωνε από έναν αόρατο αέρα . Στάθηκε ακίνητη και με το ελεύθερο χέρι πήγε να την τραβήξει για να μπει. H αραχνοΰφαντη κουρτίνα γλίστρησε από τα χέρια της. Ξαναπροσπάθησε, μα πάλι γλίστρησε σαν να ‘ταν φτιαγμένη από ίνες νερού. Απογοητευμένη κάλυψε με τα βλέφαρα της τα δύο της μάτια, κρέμασε το ένα της κεφάλι, κρέμασε τα δύο της χέρια δεξιά κι αριστερά και άφησε την τσάντα να πέσει στο πάτωμα.
Άκουσε πρώτα το θρόισμα, ένιωσε μετά ένα αεράκι στο πρόσωπο κι ανοίγοντας τα μάτια είδε την κουρτίνα να κυματίζει ανασηκωμένη ψηλά πάνω από την κάσα της πόρτας αφήνοντας την είσοδο εντελώς ανοιχτή.
Γέλασε ανοιξιάτικα και πήδηξε μέσα!










