Η ‘ναι’ και η κουρτίνα

A foggy day in London town

Η ‘Ναι’ τον τελευταίο καιρό κοιμόταν με το ένα μόνο μάτι κλειστό.

Κρατούσε το δεύτερο ανοιχτό και παραφύλαγε τη νύχτα.

Όταν τελείωσε το χθεσινό βράδυ, ξύπνησε και καθώς τεντώθηκε, έκλεισε σφιχτά το κρατημένο τόσες ώρες ανοιχτό μάτι, μισάνοιξε το κλειστό και μέσα στη γκριζάδα του κρύου αέρα που γέμιζε το δωμάτιο, διέκρινε σε μια γωνιά του δωματίου ‘κάτι’ πολύχρωμα  ευωδιαστό, απαλό και ζεστό, που έκανε σαφώς διαφορετικό το χειμωνιάτικο πρωινό.

Αποφάσισε να το πει ‘άνοιξη’  το διαφορετικό,  γιατί αν και σκέφτηκε αρχικά να το πει ‘ανοιχτό’, το ουδέτερο γένος δεν του ταίριαζε με τίποτα.

Καθυστέρησε να κατέβει στη τραπεζαρία, προσπαθώντας να τυλίξει γύρω της όσο το δυνατόν περισσότερη ‘άνοιξη’. Το αποτέλεσμα ήταν  τουλάχιστον γελοίο, καθώς μέσα από τη γκρίζα στολή ξεπετάγονταν κάτι πολύχρωμες ημιδιάφανες χνουδόμπαλες, που την έκαναν να μοιάζει σαν τεράστιο μαλλί της γριάς μασκαρεμένο σε καλόγρια.

Κατέβηκε για πρωινό. Τα ‘όχι’ είχαν ήδη μισοφάει όταν έκατσε στη θέση της. Το ‘όχι ‘ που καθόταν δεξιά της τιτίβιζε πως ‘όχι’, δεν μπορούσε να το φάει το αυγό μισοβρασμένο και τελειώνοντας την φράση του εκσφενδόνισε το άτυχο αυγό  έξω από το ανοιχτό παράθυρο, προκαλώντας ακατάσχετα χαχανητά σε όλα τα άλλα ‘όχι’. Το κουδούνι χτύπησε μια στιγμή μετά και τα έκανε να κουτρουβαλήσουν στην σκάλα, σκορπώντας πίσω τους ουρλιαχτά γέλιου που χάραξαν λεπτές κρακέλες στα πιατάκια του κέικ.

Η ‘ναι’ πήρε το μισοφαγωμένο κέικ στο ένα χέρι και την τσάντα στο άλλο και ακολούθησε το τσούρμο προς την τάξη.

Η δασκάλα μπήκε, είπε ‘διαγώνισμα’, είπε ‘βγάλτε τα απαραίτητα από την τσάντα’, έγραψε τα θέματα στον πίνακα, είπε ‘ξεκινήστε’, είπε ‘καλημέρα’,  κάθισε πίσω από την έδρα. Τα ΄όχι΄σαν ταχυδακτυλουργοί τράβηξαν μονομιάς με το ένα χέρι μέσα από τις τσάντες τους μολύβια, στυλό, γόμες, χάρακες και ατσαλάκωτες λευκές κόλες χαρτί, τα άπλωσαν στα θρανία, κοίταξαν τα θέματα, είπαν ‘καλημέρα’, κατέβασαν τα κεφάλια, ξεκίνησαν να γράφουν.

Η ‘ναι’ όσο βαθιά κι αν έχωσε το χέρι στη τσάντα δεν μπόρεσε να βρει τίποτα απ’ ότι χρειαζόταν. Πολύ συχνά τα ‘όχι΄ έπαιρναν και έκρυβαν πράγματα, το ‘χε συνηθίσει, μα σήμερα δεν έβρισκε σχεδόν τίποτα, το μολύβι, ο χάρακας,  το κέφι, το χαρτί, η έμπνευση, η ξύστρα, η υπομονή, το blanco, η διαύγεια όλα έλειπαν μέσα από την τσάντα.

Κοιτώντας τον πάτο της τσάντας είδε κάτι ψιχουλάκια ψυχραιμίας, μερικά παλιά ξύσματα αποφασιστικότητας και μια μουτζουρωμένη γόμα σε σχήμα χαμόγελου που παραδόξως άστραφταν ακόμη μέσα του λευκά, χαρούμενα δόντια. Σήκωσε το βλέμμα από την τσάντα, κοίταξε έξω, κοίταξε τα αυτοσυγκεντρώμενα ‘όχι’, κοίταξε το θρανίο, τη δασκάλα, τον τοίχο, κοίταξε μέσα της, κοίταξε τη σφιχτοτυλιγμένη γύρω της ‘άνοιξη’ και ξαναχαμήλωσε το βλέμμα. Σηκώθηκε, σήκωσε και τη μισάνοιχτη τσάντα, πλησίασε την έδρα, πλησίασε τη δασκάλα και της είπε ‘γράψτε το,  φεύγω από το Όμικρον 1’. Τα ‘όχι’ αναστέναξαν ‘Ωωωωω, όόόχι’ η δασκάλα είπε ‘το περίμενα αυτό από σένα’, η ‘ναι’ είπε ‘…Μμμμ, …ναι ε?’ και έφυγε.

Άρχισε να διασχίζει τον ατελείωτο διάδρομο, μετρώντας τις αμέτρητες πόρτες δεξιά αριστερά, σκορπίζοντας όλα τα ψιχουλάκια, και τα ξύσματα, και τη σκόνη από την ανοιχτή τσάντα. Συνειδητοποίησε πως έφτανε προς το τέλος, όταν σταμάτησε να βλέπει πόρτες. Στο τέλος του διαδρόμου δεξιά κι αριστερά υπήρχαν δύο τζαμαρίες από το πάτωμα ως το ταβάνι και μπροστά της μια αραχνοΰφαντη λευκή κουρτίνα με κεντημένο το Νι 1, που ανέμιζε και φούσκωνε από έναν αόρατο αέρα . Στάθηκε ακίνητη και με το ελεύθερο χέρι πήγε να την τραβήξει για να μπει. H αραχνοΰφαντη κουρτίνα γλίστρησε από τα χέρια της. Ξαναπροσπάθησε, μα πάλι γλίστρησε σαν να ‘ταν φτιαγμένη από ίνες νερού. Απογοητευμένη κάλυψε με τα βλέφαρα της τα δύο της μάτια, κρέμασε το ένα της κεφάλι, κρέμασε τα δύο της χέρια δεξιά κι αριστερά και άφησε την τσάντα να πέσει στο πάτωμα.

Άκουσε πρώτα το θρόισμα, ένιωσε μετά ένα αεράκι στο πρόσωπο κι ανοίγοντας τα μάτια είδε την κουρτίνα να κυματίζει ανασηκωμένη ψηλά πάνω από την κάσα της πόρτας αφήνοντας την είσοδο εντελώς ανοιχτή.

Γέλασε ανοιξιάτικα και πήδηξε μέσα!

     

Δεν…

You don’t know me

Δεν έχω τι να πω εδώ και πολύ καιρό. Ο γραμμικός μου κύκλος δεν ευθυγραμμίζει. Ξεστρατίζει λιγάκι, συμπιέζεται λιγάκι, σχίζεται στη μέση, ξανακολλάει μα σχήμα δεν αλλάζει. Δεν ξέρω αν είναι θέμα οπτικής ή ηθικής το ανικανοποίητο. Ίσως είναι απλά θέμα επιλογής. Μα με κουράζει η κούραση, ο δρόμος, η αναζήτηση, η προσμονή.
Δόλιο το νιώθω που ακουμπώ κάπου να ξαποστάσω. Το Λάθος. Πόσο δικαιωματικά μας αξίζει? Κι η ευθύνη ? Ω αυτή είναι όλη δική μου κατάδική μου, ο θησαυρός μου, το άλλοθι μου.
Δεν με ξεσυνερίζομαι, πονάω. Στον τραπεζοειδή, στη μέση, στο φάρυγγα, στα μάτια, στην όψη, στη σκέψη.
Εξάλλου you don ‘t  know me, you don’t, maybe that’s why…
Έχουμε καιρό never mind…καλό μήνα.

Τρυφερότητα

Rhapsody in blue

…ζούσε στη χώρα της τρυφερότητας που είναι η χώρα της τεχνητής παιδικής ηλικίας. Λέμε τεχνητής, γιατί η πραγματική παιδική ηλικία δεν είναι καθόλου παράδεισος κι ούτε καν τρυφερή. Η τρυφερότητα γεννιέται τη στιγμή που ο άνθρωπος περνάει το κατώφλι της ενηλικίωσης και με ανησυχία συνειδητοποιεί τα πλεονεκτήματα της παιδικής ηλικίας που σαν παιδί δεν καταλάβαινε.
Η τρυφερότητα είναι φυγή μπροστά στην ώριμη ηλικία.
Η τρυφερότητα είναι μια απόπειρα να δημιουργηθεί ο τεχνητός χώρος, όπου θα ισχύει η συμφωνία πως όταν αποτεινόμαστε στον άλλον, θα τον θεωρούμε σαν παιδί.

Milan Kundera

Η ζωή είναι αλλού

Λύση

Οι λέξεις που έφτιαξα και που ποτέ δεν είπα,
 όμοιες με άλλες πολλές μοιάζουν τώρα.
Οι ώρες που αδειάζουν το χρόνο
Οι στιγμές που πλουτίζουν τη ζωή  
Όλες συνωστίζονται στη γέφυρα που οδηγεί στην αντίπερα όχθη των επιθυμιών.
Το μυαλό ζορίζεται, η καρδιά αδημονεί, το σώμα τραντάζεται.
Μια λύση πρέπει να βρεθεί.

At the gas station

Πιθανόν το γιν και το γιαν να μένουν ασάλευτα πεισματικά και αμετάπειστα στη θέση τους για πολύ σοβαρούς λόγους. Οι αποχρώσεις του γκρι να μην μπορούν να προκύψουν.

Ανταλλαγές, ανοχές, αντοχές όλα ζυγίζονται, μα μερικές φορές ακόμη και το αποσταγμένο συναίσθημα να μην βρίσκει ούτε μια στρογγυλάδα να χωθεί.

Άστεγα όλα γαμώτο, on the road, like a fucking freezing night at the gas station waiting for a refill.  

Comes love, nothing can be done.

Comes Love, Billie Holiday

Ένας άνθρωπος που κοιμάται κρατά σε κύκλο ολόγυρα του το νήμα που δένει τις ώρες, την τάξη που ακολουθούν τα χρόνια και οι κόσμοι. Τα συμβουλεύεται όλ’ αυτά με το ένστικτό του μόλις ξυπνήσει και διαβάζει σ’ ένα δευτερόλεπτο το σημείο της γης που κατέχει ο ίδιος, το χρόνο που κύλησε όσο κοιμόταν.

Marcel Proust

Αναζητώντας το χαμένο χρόνο

I Από τη μεριά του Σουάν

Μτφ. Π.Ζάννας

Η φυλακισμένη

The windmills of your mind, Vassilikos, Vintage

Από τα ξημερώματα, με το κεφάλι ακόμη στραμμένο στον τοίχο και πριν αντικρίσω, πάνω από τις μεγάλες κουρτίνες του παραθύρου, τη χροιά που έπαιρνε στη χαραματιά το φως της μέρας, ήξερα ήδη τι καιρό έκανε.

Οι πρώτοι θόρυβοι του δρόμου μου το είχαν κιόλας μηνύσει, ανάλογα με το αν έφταναν ως εμένα σβησμένοι και ξεστρατισμένοι από την υγρασία ή παλλόμενοι σαν βέλη στην καμπανιστή και κενή έκταση ενός ευρύχωρου, παγερού και καθάριου πρωϊνού .

 

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο

V Η φυλακισμένη

Μαρσέλ Προύστ

Μτφ.Π.Ζάννας, Π.Πούλος